ἀναγκαῖος


ἀναγκαῖος
ἀναγκαῖος, ά, ον ['нужный'] 1. необходимый, вынужденный; 2. родственный, близкий человек (≃ лат. necessarius)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀναγκαῖος" в других словарях:

  • ἀναγκαῖος — of masc nom sg ἀναγκαῖος of masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναγκαίος — αία, αίο (ΑΜ ἀναγκαῑος, αῑα, αῑον και –αῑος, αῑον) 1. υποχρεωτικός, επιβαλλόμενος, αναγκαστικός, αναπόφευκτος 2. αυτός, τον οποίο χρειάζεται κανείς, ο απαραίτητος 3. (το ουδ. στον πληθ. ως ουσ.) τα αναγκαία α) τα απαραίτητα για τη ζωή, κυρίως η… …   Dictionary of Greek

  • αναγκαίος — [анангэос] εκ. нужный, необходимый …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αναγκαίος — α, ο επίρρ. α 1. αυτός που επιβάλλεται από την ανάγκη: Η εγχείρηση ήταν τώρα πια αναγκαία. 2. το ουδ. στον πληθ. ως ουσ., τα αναγκαία τα πιο απαραίτητα για τη συντήρησή μας: Δεν έχει τα αναγκαία. 3. το ουδ. στον εν. ως ουσ., το αναγκαίο το… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀναγκαῖοι — ἀναγκαῖος of masc nom/voc pl ἀναγκαῖος of masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τἀναγκαιότατ' — ἀναγκαῑότατα , ἀναγκαῖος of adverbial superl ἀναγκαῑότατα , ἀναγκαῖος of neut nom/voc/acc superl pl ἀναγκαῑότατα , ἀναγκαῖος of adverbial superl ἀναγκαῑότατα , ἀναγκαῖος of neut nom/voc/acc superl pl ἀναγκαῑότατε , ἀναγκαῖος of masc voc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγκαιότερον — ἀναγκαῑότερον , ἀναγκαῖος of adverbial comp ἀναγκαῑότερον , ἀναγκαῖος of masc acc comp sg ἀναγκαῑότερον , ἀναγκαῖος of neut nom/voc/acc comp sg ἀναγκαῑότερον , ἀναγκαῖος of adverbial comp ἀναγκαῑότερον , ἀναγκαῖος of masc acc comp sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τἀναγκαῖ' — ἀναγκαῖαι , ἀνάγκη force fem nom/voc pl (epic ionic) ἀναγκαῖα , ἀναγκαῖον place of constraint neut nom/voc/acc pl ἀναγκαῖα , ἀναγκαῖος of neut nom/voc/acc pl ἀναγκαῖα , ἀναγκαῖος of neut nom/voc/acc pl ἀναγκαῖε , ἀναγκαῖος of masc voc sg ἀναγκαῖε …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγκαῖ' — ἀναγκαῖαι , ἀνάγκη force fem nom/voc pl (epic ionic) ἀναγκαῖα , ἀναγκαῖον place of constraint neut nom/voc/acc pl ἀναγκαῖα , ἀναγκαῖος of neut nom/voc/acc pl ἀναγκαῖα , ἀναγκαῖος of neut nom/voc/acc pl ἀναγκαῖε , ἀναγκαῖος of masc voc sg ἀναγκαῖε …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἀναγκαῖον — ἀναγκαῖον , ἀναγκαῖον place of constraint neut nom/voc/acc sg ἀναγκαῖον , ἀναγκαῖος of masc acc sg ἀναγκαῖον , ἀναγκαῖος of neut nom/voc/acc sg ἀναγκαῖον , ἀναγκαῖος of masc/fem acc sg ἀναγκαῖον , ἀναγκαῖος of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τἀναγκαιότατα — ἀναγκαῑότατα , ἀναγκαῖος of adverbial superl ἀναγκαῑότατα , ἀναγκαῖος of neut nom/voc/acc superl pl ἀναγκαῑότατα , ἀναγκαῖος of adverbial superl ἀναγκαῑότατα , ἀναγκαῖος of neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)